Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pharmacy school
01
σχολή φαρμακευτικής, τμήμα φαρμακευτικής
a college or university where students receive education and training to become pharmacists
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pharmacy schools
Παραδείγματα
She attended pharmacy school to pursue her dream of becoming a pharmacist.
Πήγε στη φαρμακευτική σχολή για να ακολουθήσει το όνειρό της να γίνει φαρμακοποιός.



























