Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chalk crayon
01
κραγιόν κιμωλίας, παστέλ κιμωλίας
a drawing tool made of compressed chalk or pastel, often encased in a stick form, used primarily for creating bold, vibrant markings on various surfaces such as paper or chalkboards
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chalk crayons
Παραδείγματα
The children happily scribbled on the sidewalk with chalk crayons, creating colorful masterpieces.
Τα παιδιά χαράκτησαν με ευχαρίστηση στο πεζοδρόμιο με κιμωλία κραγιόν, δημιουργώντας πολύχρωμα αριστουργήματα.



























