dotted paper
do
ˈdɒ
do
tted
tɪd
tid
pa
peɪ
pei
per

Ορισμός και σημασία του "dotted paper"στα αγγλικά

01

διακεκομμένο χαρτί, χαρτί με τελείες

a paper marked with evenly spaced dots, typically used for handwriting practice, bullet journaling, or sketching 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dotted papers
Παραδείγματα
The notebook featured dotted paper, ideal for sketching diagrams or charts with precision. 

Το σημειωματάριο διέθετε διακεκομμένο χαρτί, ιδανικό για τη σχεδίαση διαγραμμάτων ή γραφημάτων με ακρίβεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store