lined paper
lined
ˈlaɪnd
laind
pa
peɪ
pei
per

Ορισμός και σημασία του "lined paper"στα αγγλικά

01

χαρτί με γραμμές, τετράδιο με γραμμές

a paper marked with evenly spaced horizontal lines, commonly used for writing or note-taking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lined papers
Παραδείγματα
The student filled the lined paper with neatly written notes during the lecture. 

Ο μαθητής γέμισε το χαρτί με γραμμές με τακτοποιημένες σημειώσεις κατά τη διάρκεια της διάλεξης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store