Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lined paper
01
χαρτί με γραμμές, τετράδιο με γραμμές
a paper marked with evenly spaced horizontal lines, commonly used for writing or note-taking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lined papers
Παραδείγματα
The poet 's desk was scattered with crumpled sheets of lined paper, each filled with verses and scribbled revisions.
Το γραφείο του ποιητή ήταν διάσπαρτο με τσαλακωμένα φύλλα χαρτιού με γραμμές, καθένα γεμάτο με στίχους και μουτζουρωμένες διορθώσεις.



























