grease pencil
grease
ˈgri:s
gris
pen
pɛn
pen
cil
səl
sēl

Ορισμός και σημασία του "grease pencil"στα αγγλικά

01

λιπαρό μολύβι, κηρώδης μολύβι

a writing tool filled with waxy pigment, used for writing on surfaces like glass or plastic 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grease pencils
Παραδείγματα
The teacher used a grease pencil to write on the classroom whiteboard during the presentation. 

Ο δάσκαλος χρησιμοποίησε ένα κηρωτό μολύβι για να γράψει στον λευκό πίνακα της τάξης κατά την παρουσίαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store