to teem with
teem
tim
tim
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "teem with"στα αγγλικά

to teem with
01

γεμίζω με, ζωηροποίηση με

to be filled with a lot of something, indicating a lively and busy atmosphere 
Transitive: to teem with sb/sth
to teem with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
teem
ενεστώτας
teem with
γ΄ ενικό πρόσωπο
teems with
ενεστώτα μετοχή
teeming with
απλός αόριστος
teemed with
παθητική μετοχή
teemed with
Παραδείγματα
The playground teemed with children playing and laughing during recess. 

Η παιδική χαρά γεμάτη από παιδιά που παίζουν και γελάνε κατά τη διάρκεια της διαλείμματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store