Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to teem with
[phrase form: teem]
01
γεμίζω με, ζωηροποίηση με
to be filled with a lot of something, indicating a lively and busy atmosphere
Transitive: to teem with sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
teem
ενεστώτας
teem with
γ΄ ενικό πρόσωπο
teems with
ενεστώτα μετοχή
teeming with
απλός αόριστος
teemed with
παθητική μετοχή
teemed with
Παραδείγματα
The bustling cafe always seemed to teem with customers enjoying their coffee and conversations.
Το πολυσύχναστο καφέ φαινόταν πάντα γεμάτο από πελάτες που απολάμβαναν τον καφέ και τις συζητήσεις τους.



























