Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rest with
[phrase form: rest]
01
ανήκει σε, εξαρτάται από
to be someone's duty or job to carry out or allow something to happen
Παραδείγματα
The responsibility to enforce company policies rests with the HR department.
Η ευθύνη για την εφαρμογή των πολιτικών της εταιρείας ανήκει στο τμήμα ανθρώπινου δυναμικού.



























