Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rest with
[phrase form: rest]
01
ανήκει σε, εξαρτάται από
to be someone's duty or job to carry out or allow something to happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
rest
ενεστώτας
rest with
γ΄ ενικό πρόσωπο
rests with
ενεστώτα μετοχή
resting with
απλός αόριστος
rested with
παθητική μετοχή
rested with
Παραδείγματα
The responsibility to enforce company policies rests with the HR department.
Η ευθύνη για την εφαρμογή των πολιτικών της εταιρείας ανήκει στο τμήμα ανθρώπινου δυναμικού.



























