to rest with
rest
rɛst
rest
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "rest with"στα αγγλικά

to rest with
01

ανήκει σε, εξαρτάται από

to be someone's duty or job to carry out or allow something to happen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
rest
ενεστώτας
rest with
γ΄ ενικό πρόσωπο
rests with
ενεστώτα μετοχή
resting with
απλός αόριστος
rested with
παθητική μετοχή
rested with
Παραδείγματα
It rests with the manager to approve the budget for the project. 

Ανήκει στον διαχειριστή να εγκρίνει τον προϋπολογισμό του έργου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store