Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to double down
01
εντείνω τις προσπάθειες, γίνομαι πιο αποφασισμένος
to become more determined or committed to a course of action or one's beliefs, especially when facing challenges or criticism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
double
ενεστώτας
double down
γ΄ ενικό πρόσωπο
doubles down
ενεστώτα μετοχή
doubling down
απλός αόριστος
doubled down
παθητική μετοχή
doubled down
Παραδείγματα
Despite the setbacks, Sarah decided to double down on her studies and work even harder to achieve her goals.
Παρά τις αναποδιές, η Σάρα αποφάσισε να εντείνει τις προσπάθειές της στις σπουδές της και να εργαστεί ακόμα πιο σκληρά για να επιτύχει τους στόχους της.
02
διπλασιάζω το στοίχημα, κάνω ένα double down
(in blackjack) to increase the initial bet after receiving the first two cards, with the agreement to draw only one additional card
Παραδείγματα
In blackjack, if you're dealt a total of 11, it's a good idea to double down to increase your chances of winning.
Στο blackjack, αν σας έχουν μοιράσει σύνολο 11, είναι καλή ιδέα να διπλασιάσετε το στοίχημα για να αυξήσετε τις πιθανότητες νίκης.



























