Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run down to
01
πετάγομαι σε, τρεχω σε
to quickly go to a different location, particularly to do a specific task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down to
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run down to
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs down to
ενεστώτα μετοχή
running down to
απλός αόριστος
ran down to
παθητική μετοχή
run down to
Παραδείγματα
I need to run down to the store to pick up some groceries before it closes.
Πρέπει να τρεξω στο μαγαζί να πάρω μερικά ψώνια πριν κλείσει.
02
παραδίδω γρήγορα, προσκομίζω επειγόντως
to quickly deliver something to a specific person or place, especially with great urgency
Παραδείγματα
The assistant promised to run down the documents to the CEO's office as soon as they were ready.
Ο βοηθός υποσχέθηκε να κατεβάσει γρήγορα τα έγγραφα στο γραφείο του CEO μόλις ήταν έτοιμα.



























