Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boil down to
01
αποτελώ την ουσία, συνοψίζομαι σε
(of situations, problems, etc.) to have a particular factor or reason as the primary cause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down to
βασικό ρήμα
boil
ενεστώτας
boil down to
γ΄ ενικό πρόσωπο
boils down to
ενεστώτα μετοχή
boiling down to
απλός αόριστος
boiled down to
παθητική μετοχή
boiled down to
Παραδείγματα
The disagreement between the two colleagues boiled down to a misunderstanding of project goals.
Η διαφωνία μεταξύ των δύο συναδέλφων οφειλόταν σε μια παρεξήγηση των στόχων του έργου.



























