Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boil down to
[phrase form: boil]
01
αποτελώ την ουσία, συνοψίζομαι σε
(of situations, problems, etc.) to have a particular factor or reason as the primary cause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down to
βασικό ρήμα
boil
ενεστώτας
boil down to
γ΄ ενικό πρόσωπο
boils down to
ενεστώτα μετοχή
boiling down to
απλός αόριστος
boiled down to
παθητική μετοχή
boiled down to
Παραδείγματα
Her decision to leave the company boiled down to a lack of growth opportunities.
Η απόφασή της να εγκαταλείψει την εταιρεία οφειλόταν στην έλλειψη ευκαιριών ανάπτυξης.



























