Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
computer-aided manufacturing
/kəmpjˈuːɾɚɹˈeɪdᵻd mˌænjuːfˈæktʃɚɹɪŋ/
CAM
Computer-aided manufacturing
01
υπολογιστικά υποβοηθούμενη κατασκευή, CAM
the use of software and computer-controlled machinery to automate and optimize manufacturing processes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο



























