Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
there, there
01
Έλα, έλα
used to console or comfort someone who is upset or distressed
Παραδείγματα
There, there, it's okay. You'll feel better soon.
Εκεί, εκεί, είναι εντάξει. Σύντομα θα νιώσεις καλύτερα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Έλα, έλα
Εκεί, εκεί, είναι εντάξει. Σύντομα θα νιώσεις καλύτερα.