Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to toss up
01
πετώ ένα νόμισμα, αποφασίζω με το πέταγμα ενός νομίσματος
to throw a coin into the air to decide between two choices, depending on which side lands facing upward
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
toss
ενεστώτας
toss up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tosses up
ενεστώτα μετοχή
tossing up
απλός αόριστος
tossed up
παθητική μετοχή
tossed up
Παραδείγματα
He decided to toss up a coin to make the decision between the two options.
Αποφάσισε να ρίξει κορώνα-γράμματα για να πάρει την απόφαση μεταξύ των δύο επιλογών.
02
γρήγορα προετοιμάζω, αυτοσχεδιάζω ένα γεύμα
to quickly prepare a meal
Παραδείγματα
Running late, she decided to toss up a simple salad with fresh ingredients for a quick lunch.
Αργώντας, αποφάσισε να ετοιμάσει γρήγορα μια απλή σαλάτα με φρέσκα υλικά για ένα γρήγορο γεύμα.



























