Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Braces
01
ορθοδοντικό σιδεράκι, βραχιόνια
an orthodontic device made of metal wires that is fitted in the mouth to push teeth in the right position
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
braces



























