Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ease up on
01
χαλαρώνω την πίεση, γίνομαι πιο κατανόητος
to soften one's approach by becoming more understanding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up on
βασικό ρήμα
ease
ενεστώτας
ease up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
eases up on
ενεστώτα μετοχή
easing up on
απλός αόριστος
eased up on
παθητική μετοχή
eased up on
Παραδείγματα
The teacher decided to ease up on the students during the challenging exam week.
Ο δάσκαλος αποφάσισε να γίνει πιο επιεικής με τους μαθητές κατά τη διάρκεια της δύσκολης εβδομάδας εξετάσεων.
02
χαλαρώνω, μειώνω την πίεση σε
to reduce the force applied to a particular thing
Παραδείγματα
The instructor advised the student to ease up on the accelerator, emphasizing the importance of a smoother driving experience.
Ο εκπαιδευτής συμβούλεψε τον μαθητή να μειώσει την πίεση στο γκάζι, υπογραμμίζοντας τη σημασία μιας ομαλότερης εμπειρίας οδήγησης.
03
μειώνω, μετριάζω
to do or consume less of a particular thing
Παραδείγματα
Concerned about caffeine intake, the doctor advised the patient to ease up on coffee consumption to improve sleep quality.
Ανησυχώντας για την πρόσληψη καφεΐνης, ο γιατρός συμβούλεψε τον ασθενή να μειώσει την κατανάλωση καφέ για να βελτιώσει την ποιότητα του ύπνου.



























