Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thine
01
δικός σου, δική σου
(the archaic form of the second person possessive pronoun) used to ascribe ownership to the addressee
Παραδείγματα
Take that which is thine.
Πάρε αυτό που είναι δικό σου.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δικός σου, δική σου