Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to muck about with
01
ασχολούμαι απερίσκεπτα, πειραματίζομαι απρόσεκτα
to handle or experiment with something in a careless manner, often leading to damage
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about with
βασικό ρήμα
muck
ενεστώτας
muck about with
γ΄ ενικό πρόσωπο
mucks about with
ενεστώτα μετοχή
mucking about with
απλός αόριστος
mucked about with
παθητική μετοχή
mucked about with
Παραδείγματα
Some people tend to muck about with their electronic devices, unintentionally causing malfunctions.
Μερικοί άνθρωποι τείνουν να παίζουν με τις ηλεκτρονικές συσκευές τους, προκαλώντας ακούσια δυσλειτουργίες.



























