Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to muck about with
/mˈʌk ɐbˈaʊt wɪð/
muck around with
to muck about with
[phrase form: muck]
01
ασχολούμαι απερίσκεπτα, πειραματίζομαι απρόσεκτα
to handle or experiment with something in a careless manner, often leading to damage
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about with
βασικό ρήμα
muck
ενεστώτας
muck about with
γ΄ ενικό πρόσωπο
mucks about with
ενεστώτα μετοχή
mucking about with
απλός αόριστος
mucked about with
παθητική μετοχή
mucked about with
Παραδείγματα
She has witnessed colleagues mucking about with office supplies, leading to damaged equipment.
Είδε συναδέλφους να παίζουν με τα γραφεία, γεγονός που οδήγησε σε ζημιές στον εξοπλισμό.



























