Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quick-thinking
01
γρήγορος στην σκέψη, γρήγορος στην λήψη αποφάσεων
adept at swift, effective decision-making or response in fast-paced scenarios
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most quick-thinking
συγκριτικός βαθμός
more quick-thinking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The firefighter's quick-thinking saved the child from the burning building.
Η γρήγορη σκέψη του πυροσβέστη έσωσε το παιδί από το κτίριο που έκαιγε.



























