Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
idiot-proof
01
ανθεκτικό σε ηλίθιους, χωρίς λάθη
designed to be so simple that even someone with little knowledge or skill can use it without making mistakes
επιδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most idiot-proof
συγκριτικός βαθμός
more idiot-proof
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new software was designed to be idiot-proof, with simple, intuitive interfaces and clear instructions.
Το νέο λογισμικό σχεδιάστηκε να είναι ανθεκτικό σε ηλίθιους, με απλές, διαισθητικές διεπαφές και σαφείς οδηγίες.



























