Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interpersonally
01
διαπροσωπικά, με τρόπο που σχετίζεται με αλληλεπιδράσεις μεταξύ ατόμων
in a manner that relates to interactions between individuals or people
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The conflict was resolved interpersonally through open and honest dialogue.
Η διαμάχη επιλύθηκε διαπροσωπικά μέσα από ανοιχτό και ειλικρινές διάλογο.
Λεξικό Δέντρο
interpersonally
interpersonal



























