Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instinctually
01
ενστικτωδώς, από ένστικτο
in a manner that is related to or guided by instinct or innate behavior
Παραδείγματα
The bird built its nest instinctually, without any learned behavior.
Το πουλί έκτισε τη φωλιά του ενστικτωδώς, χωρίς καμία μαθημένη συμπεριφορά.



























