Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clandestinely
01
κρυφά, λαθραία
with an intention to avoid detection or attention
Παραδείγματα
The manuscript was written clandestinely during a period of political censorship.
Το χειρόγραφο γράφτηκε κρυφά κατά τη διάρκεια μιας περιόδου πολιτικής λογοκρισίας.
Λεξικό Δέντρο
clandestinely
clandestine



























