boy
boy
bɔɪ
boy
roigoycoysoy

Ορισμός και σημασία του "boy"στα αγγλικά

01

αγόρι, παιδί

someone who is a child and a male 
boy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boys
Παραδείγματα
This is my little brother; he's a playful boy. 

Αυτός είναι ο μικρός μου αδερφός· είναι ένα παιχνιδιάρικο αγόρι.

1.1

αγόρι, γιος

a male human offspring 
boy definition and meaning
02

αγόρι, τύπος

a friendly informal reference to a grown man 

Λεξικό Δέντρο

boyhood
boyish
boylike
boy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store