Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boxing
01
πυγμαχία, το μποξ
a sport in which fighters wear special gloves and use only their fists to hit each other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boxings
02
συσκευασία, τοποθέτηση σε κουτί
the enclosure of something in a package or box
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
boxing
box



























