Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to venge
01
εκδικούμαι, εκδικώ
to seek revenge for a wrong done
Transitive: to venge a wrongdoing or loss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
venge
γ΄ ενικό πρόσωπο
venges
ενεστώτα μετοχή
venging
απλός αόριστος
venged
παθητική μετοχή
venged
Παραδείγματα
He vowed to venge the death of his kinsman.
Ορκίστηκε να εκδικηθεί τον θάνατο του συγγενή του.
Λεξικό Δέντρο
revenge
vengeance
venge



























