Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to venge
01
εκδικούμαι, εκδικώ
to seek revenge for a wrong done
Transitive: to venge a wrongdoing or loss
Παραδείγματα
The protagonist swore to venge the betrayal of his trusted friend.
Ο πρωταγωνιστής ορκίστηκε να εκδικηθεί την προδοσία του έμπιστου φίλου του.
Λεξικό Δέντρο
revenge
vengeance
venge



























