Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to venge
01
εκδικούμαι, εκδικώ
to seek revenge for a wrong done
Transitive: to venge a wrongdoing or loss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
venge
γ΄ ενικό πρόσωπο
venges
ενεστώτα μετοχή
venging
απλός αόριστος
venged
παθητική μετοχή
venged
Παραδείγματα
The protagonist swore to venge the betrayal of his trusted friend.
Ο πρωταγωνιστής ορκίστηκε να εκδικηθεί την προδοσία του έμπιστου φίλου του.
Λεξικό Δέντρο
revenge
vengeance
venge



























