to venge
Pronunciation
/vˈɛndʒ/

Ορισμός και σημασία του "venge"στα αγγλικά

to venge
01

εκδικούμαι, εκδικώ

to seek revenge for a wrong done
Transitive: to venge a wrongdoing or loss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
venge
γ΄ ενικό πρόσωπο
venges
ενεστώτα μετοχή
venging
απλός αόριστος
venged
παθητική μετοχή
venged
Παραδείγματα
The protagonist swore to venge the betrayal of his trusted friend.
Ο πρωταγωνιστής ορκίστηκε να εκδικηθεί την προδοσία του έμπιστου φίλου του.

Λεξικό Δέντρο

revenge
vengeance
venge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store