boxcar
box
ˈbɒks
boks
car
kɑ:
kaa

Ορισμός και σημασία του "boxcar"στα αγγλικά

01

βαγόνι εμπορευμάτων, σκεπαστό βαγόνι

a closed railway car used for transporting various types of goods and cargo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boxcars
Παραδείγματα
The boxcar was filled with goods ready for shipment. 

Το βαγόνι εμπορευμάτων ήταν γεμάτο με εμπορεύματα έτοιμα για αποστολή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

boxcar

box

+

car

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store