boxed
boxed
bɒkst
bokst
bowedbonedbored

Ορισμός και σημασία του "boxed"στα αγγλικά

01

πλαισιωμένο, μέσα σε ένα πλαίσιο

enclosed in or set off by a border or box 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boxed
συγκριτικός βαθμός
more boxed
διαβαθμίσιμο
02

τοποθετημένος σε κουτί, συσκευασμένος

enclosed in or as if in a box 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store