Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boxed
01
enclosed in or set off by a border or box
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boxed
συγκριτικός βαθμός
more boxed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
layout, presentation, design
Παραδείγματα
The boxed notice appeared at the bottom of the page.
02
enclosed in or as if in a box
Παραδείγματα
The store sells both loose and boxed chocolates.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
boxed
box



























