Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mini-sized
01
μικροσκοπικό, μίνι
describing something that is smaller than usual, typically in a cute or compact way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mini-sized
συγκριτικός βαθμός
more mini-sized
διαβαθμίσιμο



























