Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Box office
01
ταμείο εισιτηρίων, γραμματεία εισιτηρίων
the place where tickets for admission to an event are sold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
box offices
Παραδείγματα
He went to the box office to reserve seats for the play.
Πήγε στο ταμείο για να κλείσει θέσεις για την παράσταση.
02
έσοδα από τα ταμεία, συνολικά έσοδα από εισιτήρια
the total income a movie makes by selling tickets
Παραδείγματα
The theater director was thrilled with the play 's box office performance, which surpassed projections.
Ο σκηνοθέτης του θεάρου ήταν ενθουσιασμένος με την εκμετάλλευση της παράστασης, που ξεπέρασε τις προβλέψεις.



























