box office
box
bɒks
boks
off
ɒf
of
ice
aɪs
ais

Ορισμός και σημασία του "box office"στα αγγλικά

01

ταμείο εισιτηρίων, γραμματεία εισιτηρίων

the place where tickets for admission to an event are sold 
box office definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
box offices
Παραδείγματα
The theater's box office opens an hour before the show. 

Το ταμείο του θεάτρου ανοίγει μία ώρα πριν από την παράσταση.

02

έσοδα από τα ταμεία, συνολικά έσοδα από εισιτήρια

the total income a movie makes by selling tickets 
box office definition and meaning
Παραδείγματα
The new Marvel movie topped the box office charts on its opening weekend. 

Η νέα ταινία της Marvel σκαρφάλωσε στην κορυφή των τσαρτ εισιτηρίων το πρώτο Σαββατοκύριακο προβολής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store