Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Witness tampering
01
παραποίηση μαρτυρικών καταθέσεων, επιρροή σε μάρτυρα
the act of unlawfully influencing or intimidating a witness in a legal case
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
witness tamperings
Παραδείγματα
The defendant was charged with witness tampering after attempting to intimidate a key witness into changing their testimony.
Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για επηρεασμό μάρτυρα μετά από προσπάθεια εκφοβισμού ενός κλειδιού μάρτυρα να αλλάξει την κατάθεσή του.



























