chipset
chip
ˈʧɪp
chip
set
sɛt
set

Ορισμός και σημασία του "chipset"στα αγγλικά

01

τσιπσετ, ομάδα ολοκληρωμένων κυκλωμάτων

a group of integrated circuits that work together to manage data flow between the processor, memory, and peripherals of a computer or device 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chipsets

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chipset

chip

+

set

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store