social capital
so
ˈsəʊ
sew
cial
ʃəl
shēl
ca
pi
pi
tal
təl
tēl

Ορισμός και σημασία του "social capital"στα αγγλικά

Social capital
01

κοινωνικό κεφάλαιο, σχεσιακό κεφάλαιο

the collective value of social networks and the inclinations that arise from these networks to do things for each other 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Communities with high levels of social capital tend to have stronger bonds among residents, leading to greater resilience and support during times of adversity. 

Οι κοινότητες με υψηλά επίπεδα κοινωνικού κεφαλαίου τείνουν να έχουν ισχυρότερους δεσμούς μεταξύ των κατοίκων, οδηγώντας σε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και υποστήριξη σε περιόδους δυσκολίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store