public spirit
pub
ˈpʌb
pab
lic
lɪk
lik
spi
spɪ
spi
rit
rɪt
rit

Ορισμός και σημασία του "public spirit"στα αγγλικά

01

δημόσιο πνεύμα, αίσθηση του κοινού καλού

a sense of community concern and willingness to contribute to the public good 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Civic-minded individuals who volunteer their time and resources demonstrate a strong public spirit, contributing to the betterment of their communities. 

Άτομα με αίσθηση κοινωνικής ευθύνης που εθελοντικά προσφέρουν το χρόνο και τους πόρους τους επιδεικνύουν ένα ισχυρό δημόσιο πνεύμα, συμβάλλοντας στη βελτίωση των κοινοτήτων τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store