public spirit
Pronunciation
/pˈʌblɪk spˈɪɹɪt/

Ορισμός και σημασία του "public spirit"στα αγγλικά

01

δημόσιο πνεύμα, αίσθηση του κοινού καλού

a sense of community concern and willingness to contribute to the public good
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Educational programs and civic engagement initiatives play a vital role in nurturing public spirit and fostering active citizenship among citizens of all ages.
Τα εκπαιδευτικά προγράμματα και οι πρωτοβουλίες κοινωνικής συμμετοχής παίζουν ζωτικό ρόλο στην καλλιέργεια του δημόσιου πνεύματος και στην προώθηση της ενεργούς ιθαγένειας μεταξύ πολιτών όλων των ηλικιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store