Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meetup
01
συνάντηση, ανεπίσημη συγκέντρωση
an informal gathering or event where people with shared interests come together to network, learn, or socialize
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meetups



























