time trial
time
taɪm
taim
trial
traɪəl
traiel

Ορισμός και σημασία του "time trial"στα αγγλικά

01

χρονική δοκιμασία

a race format where individuals or teams compete against the clock to achieve the fastest time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
time trials
Παραδείγματα
The cyclist set a new record in the time trial by completing the course in under 30 minutes. 

Ο ποδηλάτης έθεσε ένα νέο ρεκόρ στο χρονομέτρημα ολοκληρώνοντας τη διαδρομή σε λιγότερο από 30 λεπτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store