outdoor activity
out
aʊt
αουτ
door
dɔ:
ντο
ac
æk
αικ
ti
τι
vi
βα
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "outdoor activity"στα αγγλικά

Outdoor activity
01

δραστηριότητα σε εξωτερικό χώρο, εξωτερική δραστηριότητα

an action or pastime performed outside in the natural environment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outdoor activities

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store