null hypothesis
null
ˈnʌl
nal
hy
haɪ
hai
po
po
the
θə
thē
sis
sɪs
sis

Ορισμός και σημασία του "null hypothesis"στα αγγλικά

Null hypothesis
01

μηδενική υπόθεση, υπόθεση μηδενικού αποτελέσματος

a statistical hypothesis that assumes no difference or effect 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
null hypotheses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store