Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Null hypothesis
01
μηδενική υπόθεση, υπόθεση μηδενικού αποτελέσματος
a statistical hypothesis stating that there is no significant difference or effect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
null hypotheses
LanGeek



























