Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to back order
01
παραγγέλνω σε λίστα αναμονής, κάνω προπαραγγελία
to request or take an order for a product that is not currently in stock, to be delivered when it becomes available
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
back-order
γ΄ ενικό πρόσωπο
back-orders
ενεστώτα μετοχή
back-ordering
απλός αόριστος
back-ordered
παθητική μετοχή
back-ordered
Παραδείγματα
The store allows shoppers to back-order items that are sold out online.
Το κατάστημα επιτρέπει στους αγοραστές να προπαραγγέλουν αντικείμενα που έχουν εξαντληθεί στο διαδίκτυο.
Back order
01
παραγγελία σε αναμονή, επαναφορά αποθέματος
a situation where a product is temporarily out of stock but can be ordered for future delivery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
back orders
Παραδείγματα
Sorry, the shoes you want are on back order, can I suggest an alternative?
Συγγνώμη, τα παπούτσια που θέλετε είναι σε back order, μπορώ να προτείνω μια εναλλακτική λύση;



























