to back order
back
ˈbæk
bāk
or
ɔ:
aw
der

Ορισμός και σημασία του "back order"στα αγγλικά

to back order
01

παραγγέλνω σε λίστα αναμονής, κάνω προπαραγγελία

to request or take an order for a product that is not currently in stock, to be delivered when it becomes available 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
back-order
γ΄ ενικό πρόσωπο
back-orders
ενεστώτα μετοχή
back-ordering
απλός αόριστος
back-ordered
παθητική μετοχή
back-ordered
Παραδείγματα
The customer back-ordered the popular laptop until the next shipment arrived. 

Ο πελάτης προπαραγγείλε τον δημοφιλή φορητό υπολογιστή μέχρι να φτάσει η επόμενη αποστολή.

01

παραγγελία σε αναμονή, επαναφορά αποθέματος

a situation where a product is temporarily out of stock but can be ordered for future delivery 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
back orders
Παραδείγματα
My phone case is on back order, so I'll have to wait a bit longer. 

Το κουτί του τηλεφώνου μου είναι σε back order, οπότε θα πρέπει να περιμένω λίγο περισσότερο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store