off limits
off
ˈɒf
of
li
li
mits
mɪts
mits
off-limits

Ορισμός και σημασία του "off limits"στα αγγλικά

off limits
01

απαγορευμένος, απαγορευμένη ζώνη

referring to a place or area where access is restricted or prohibited 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The construction site is off limits to unauthorized personnel for safety reasons. 

Ο εργοτάξιος είναι απαγορευμένος για μη εξουσιοδοτημένο προσωπικό για λόγους ασφάλειας.

02

απαγορευμένος, ταμπού

(of a topic, etc.) prohibited or considered inappropriate for conversation 
Παραδείγματα
The company's financial situation was off limits during casual conversations among coworkers. 

Η οικονομική κατάσταση της εταιρείας ήταν απαγορευμένη κατά τις απλές συζητήσεις μεταξύ συναδέλφων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store