Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in correspondence
01
σε αντιστοιχία με, σε σχέση με
used to indicate a matching or parallel relationship with something else
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The data collected was in correspondence with the patterns observed in previous research.
Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν ήταν σε αντιστοιχία με τα μοτίβα που παρατηρήθηκαν σε προηγούμενες έρευνες.



























