With the intention of
volume
British pronunciation/wɪððɪ ɪntˈɛnʃən ɒv/
American pronunciation/wɪððɪ ɪntˈɛnʃən ʌv/

Ορισμός και Σημασία του "with the intention of"

with the intention of
01

με την πρόθεση να, με σκοπό να

with a deliberate purpose or plan to accomplish a specific objective
CollocationCollocation
example
Example
click on words
She bought a new laptop with the intention of using it for graphic design work and video editing.
Αγόρασε έναν νέο φορητό υπολογιστή με την πρόθεση να τον χρησιμοποιήσει για γραφιστική εργασία και επεξεργασία βίντεο.
He bought a gym membership with the intention of getting in shape.
Αγόρασε μία συνδρομή γυμναστηρίου με την πρόθεση να βελτιώσει τη φυσική του κατάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store