Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
with the intention of
01
με την πρόθεση, με σκοπό
with a deliberate purpose or plan to accomplish a specific objective
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She bought a new laptop with the intention of using it for graphic design work and video editing.
Αγόρασε ένα νέο laptop με την πρόθεση να το χρησιμοποιήσει για εργασίες γραφικού σχεδίου και επεξεργασίας βίντεο.



























