Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in the interest of
01
για το συμφέρον του, προς όφελος του
with consideration for the benefit, well-being, or advantage of someone or something
Παραδείγματα
The organization made budget cuts in the interest of financial stability.
Ο οργανισμός έκανε περικοπές στον προϋπολογισμό για το συμφέρον της οικονομικής σταθερότητας.



























