Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in the interest of
01
για το συμφέρον του, προς όφελος του
with consideration for the benefit, well-being, or advantage of someone or something
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The company implemented new safety measures in the interest of protecting its employees from potential hazards.
Η εταιρεία εφάρμοσε νέα μέτρα ασφαλείας προς όφελος της προστασίας των εργαζομένων της από πιθανούς κινδύνους.



























