Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dwarfed
01
νάνος, μικροσκοπικός
appearing much smaller or less significant in comparison to something else
Παραδείγματα
His dwarfed stature among his teammates did n't hinder his determination on the field.
Το μικροσκοπικό ανάστημά του ανάμεσα στους συμπαίκτες του δεν εμπόδισε την αποφασιστικότητά του στο γήπεδο.
Λεξικό Δέντρο
dwarfed
dwarf



























