dwarfed
Pronunciation
/ˈdwɔɹft/

Ορισμός και σημασία του "dwarfed"στα αγγλικά

01

νάνος, μικροσκοπικός

appearing much smaller or less significant in comparison to something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dwarfed
συγκριτικός βαθμός
more dwarfed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His dwarfed stature among his teammates did n't hinder his determination on the field.
Το μικροσκοπικό ανάστημά του ανάμεσα στους συμπαίκτες του δεν εμπόδισε την αποφασιστικότητά του στο γήπεδο.

Λεξικό Δέντρο

dwarfed
dwarf
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store