dwarfed
dwarfed
dwɔ:ft
ντουοφτ

Ορισμός και σημασία του "dwarfed"στα αγγλικά

01

νάνος, μικροσκοπικός

appearing much smaller or less significant in comparison to something else 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dwarfed
συγκριτικός βαθμός
more dwarfed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
size, comparison, appearance
Παραδείγματα
The dwarfed tree struggled to grow in the shadow of the larger ones. 

Το νάνο δέντρο αγωνίστηκε να μεγαλώσει στη σκιά των μεγαλύτερων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dwarfed
dwarf
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store