Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
badass
01
εντυπωσιακός, αποστάτης
exceptionally impressive, daring, and cool in an unconventional or rebellious way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most badass
συγκριτικός βαθμός
more badass
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, evaluation
Παραδείγματα
She's a badass businesswoman who fearlessly takes on challenges and breaks through barriers.
Είναι μια κακιά επιχειρηματίας που αντιμετωπίζει απτόητα τις προκλήσεις και σπάει τα εμπόδια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
badass
bad
ass



























